Logo
  Γνωρίστε        

Η ιστορία της βιολογικής

          Ενδιαφέροντα  
     

 

Η ευαισθητοποίηση για το περιβάλλον, την οικολογική ισορροπία αλλά και την ανθρώπινη υγεία έχει στρέψει το ενδιαφέρον παραγωγών και καταναλωτών στην βιολογική καταπολέμηση εχθρών και ασθενειών των φυτών. Πρόκειται όμως για μια νέα μέθοδο καταπολέμησης; Είναι γνωστό ότι οι ωφέλιμοι οργανισμοί συντελούν στην οικολογική ισορροπία εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, μειώνοντας τους αριθμούς των φυτοφάγων όταν αυτοί παίρνουν ανησυχητικές διαστάσεις για το οικοσύστημα. Πότε όμως ο άνθρωπος άρχισε να τους αξιοποιεί προς όφελός του?

 

Η εναλλακτική αυτή μέθοδος φυτοπροστασίας δεν ήταν άγνωστη παλαιότερα. Τον 2ο αιώνα μ.Χ. χρησιμοποιήθηκαν φυσικοί εχθροί από τους Κινέζους για την προστασία εσπεριδοειδών, ενώ το 300 μ.Χ. εμπορεύονταν φωλιές τους είδους Oecophylla smaragdina εναντίων του λεπιδοπτέρου Tessaratoma papillosa. Το 1200, αναγνωριζόταν η συμβολή ειδών Coccinellidae στον έλεγχο των αφίδων ενώ Άραβες χρησιμοποιούσαν μυρμήγκια εναντίων εχθρών των φοινικόδεντρων. Οι Van Leeuwenhoek (1701) και Vallisnieri (1706) περιέγραψαν πρώτοι το φαινόμενο του παρασιτισμού από έντομα. Το 1734, ο Reaumur συνιστούσε την συλλογή αυγών χρύσωπα και την μεταφορά τους μέσα στα θερμοκήπια ώστε να ελεγχθεί ο πληθυσμός των αφίδων. Το 1776 χρησιμοποιείται με επιτυχία σε πολλές περιοχές της Ευρώπης το αρπακτικό Picromerus bidens (Pentatomidae) εναντίων κοριών (Cimex lectularius).

 

Σε συγγράμματα του 17ου και 18ου αιώνα άρχισε να περιγράφεται η δράση αρκετών ωφελίμων εντόμων. Το 1800 ο Δαρβίνος περιγράφει μέλη της οικογένειας Ichneumonidae ως παράγοντα βιολογικού ελέγχου της κάμπιας του λάχανου. Ο Λυνναίος και ο Φαμπρίκιος περιέγραψαν αρκετά αρπακτικά διαφόρων οικογενειών, ενώ ο Vallot (1827) καθώς και οι Winnertz (1853) και Skuse (1870) αναφέρθηκαν στα ακαρεοφάγα δίπτερα της οικογένειας Cecidomyiidae. Την ίδια περίοδο, ο Hartig (Γερμανία) ασχολείται με την μαζική εκτροφή και εξαπόλυση παρασιτοειδών των λεπιδοπτέρων ενώ το 1840 εξαπολύονταν αρπακτικά εναντίων διαφόρων εχθρών αστικού πρασίνου στην Ιταλία.

 

Το 1882, παρασιτοειδή αυγών λεπιδοπτέρων του γένους Trichogramma αποστέλλονταν από την Αμερική στον Καναδά. Στην Καλιφόρνια (1888) έγινε η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια βιολογικού ελέγχου της βαμβακάδας των εσπεριδοειδών, Icerya purchasi, από τον Coebele. Εξαπολύθηκαν αρπακτικά που συλλέχθησαν από την Αυστραλία (Rodolia cardinalis) τα οποία κατάφεραν σε σύντομο χρονικό διάστημα να ελέγξουν τους πληθυσμούς του φυτοφάγου που είχε φέρει σε απόγνωση στους καλλιεργητές εσπεριδοειδών. Η χρήση του παρασιτοειδούς του αλευρώδη Encarsia formosa ήταν διαδεδομένη σε Αγγλία και Αυστραλία πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (Farr et al., 1976).

 

Η χρήση ισχυρών χημικών σκευασμάτων μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο περιόρισε σημαντικά την ανάπτυξη της βιολογικής καταπολέμησης. Η εισαγωγή του DDT και των χλωριωμένων τις δεκαετίες `40 & `50 εξαφάνιζε την ωφέλιμη εντομοπανίδα ενώ οι ομάδες φαρμάκων που ακολούθησαν είχαν περιορισμένη ως μηδενική εκλεκτικότητα με ιδιαίτερα επιβλαβείς συνέπειες για τα ωφέλιμα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την ‘εξαφάνιση’ της βιολογικής καταπολέμησης από το προσκήνιο για περισσότερο από 30 χρόνια. Παρά τη δυσμενή επίδραση της εξάπλωσης αγροχημικών, στα τέλη της δεκαετίας του 70 επανεμφανίζεται η βιολογική καταπολέμηση, ενώ το 1982 στην Ολλανδία εφαρμόζεται σε 5500 στρέμματα θερμοκηπιακής τομάτας και 6000 στρέμματα αγγουριάς (Ramakers, 1985). Το 1981 στον Καναδά, σε δείγμα 106 καλλιεργητών αναφέρθηκε 60-80% εξοικονόμηση του χρόνου που δαπανιόταν σε ψεκασμούς, 23% αύξηση της παραγωγής και 38% μείωση των εξόδων φυτοπροστασίας (Elliott, 1982).

 

Πολλά επιτυχή παραδείγματα από τότε έστρεψαν το ενδιαφέρον του κόσμου στην βιολογική καταπολέμηση με σημαντικότερο βέβαια κίνητρο τις θετικές επιδράσεις της μεθόδου στο περιβάλλον και στην υγεία του καταναλωτή.

Κατεβάστε το άρθρο σε μορφή PDF

     
           
           
           
           
           
           
           
 

 

 

 

   
 

 

         
               
 

         

         
               
               
               
               
               
               
               
               
               
               
               
               
               
               
       

 

Βιβλιογραφία

van den Bosch, R., P. S. Messenger, and A. P. Gutierrez. 1982. An introduction to biological control. Plenum Press, New York and London. 247 pp.

DeBach, P. 1974. Biological control by natural enemies. Cambridge University Press, London. 323 pp.

Doutt, R. L. 1964. The historical development of biological control. p. 21-42. In Biological Control of Insect Pests and Weeds (P. DeBach, editor). Chapman and Hall Ltd, London. 844 pp.

Elliott, D. 1982. Biological control progress in western Canada. Sting: newsletter on biological control in greenhouses. 5:3-4. Glasshouse Crops Research and Experimental Station, Naaldwijk, the Netherlands.

Hagen, K. S., and J. M. Franz. 1973. A history of biological control. p. 433-476. In A History of Entomology (R. F. Smith, T. E. Mittler, and C. N. Smith, editors). Annu. Rev. Inc., Palo Alto, California. 517 pp.

Howard, L. O. 1930. A history of applied entomology. Smithsonian Misc. Coll., 84: 1-564.

Konishi, M., and Y. Ito. 1973. Early entomology in east Asia. pp. 1-20. In A History of Entomology (R. F. Smith, T. E. Mittler, and C. N. Smith, editors). Annu. Rev. Inc., Palo Alto, California. 517 pp.

Ramakers, P.J.M. Application of and research on biological pest control methods on glasshouse vegetables in the Netherlands. Proceedings of the International Conference on Integrated Plant Protection. 1983. Budapest

Simmonds, F. J., J. M. Franz, and R. I. Sailer. 1976. History of biological control. In Theory and Practice of Biological Control (C. B. Huffaker and P. S. Messenger, editors). Academic Press, New York. 788 pp.